ὠψώνησ'

ὠψώνησ'
ὠψώνησα , ὀψωνέω
buy fish and other dainties
aor ind act 1st sg
ὠψώνησο , ὀψωνέω
buy fish and other dainties
plup ind mp 2nd sg
ὠψώνησο , ὀψωνέω
buy fish and other dainties
perf imperat mp 2nd sg
ὠψώνησε , ὀψωνέω
buy fish and other dainties
aor ind act 3rd sg
ὠψώνησαι , ὀψωνέω
buy fish and other dainties
perf ind mp 2nd sg
ὠψώνησο , ὀψωνέω
buy fish and other dainties
plup ind mp 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τριχίς — ίδος, ἡ, Α 1. είδος σαρδέλας με μικρά και λεπτά αγκάθια όμοια με τρίχες, κν. γνωστό σήμερα ως τριχιός ή φρίσσα 2. παροιμ. φρ. (στον Αριστοφ.) «τριχίδας ὠψώνησ ἅπαξ» δηλώνει τον υπερβολικά φειδωλό, τον σπαγκοραμμένο, τον τσιγκούναρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”